αντιστρέφω


αντιστρέφω
αντιστρέφω, αντέστρεψα βλ. πίν. 13

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντιστρέφω — turn to the opposite side pres subj act 1st sg ἀντιστρέφω turn to the opposite side pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντιστρέφω — (Α ἀντιστρέφω) αλλάζω διεύθυνση, διάταξη ή σχέση σε κάτι αρχ. 1. στρέφω κάτι προς το αντίθετο μέρος 2. στρέφομαι προς άλλη κατεύθυνση, κάνω μεταβολή 3. στρέφω το επιχείρημα κάποιου εναντίον του 4. (για όρους συλλογισμού) αλλάζω θέση 5. αρμόζω… …   Dictionary of Greek

  • αντιστρέφω — [андистрэфо] р. переворачивать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αντιστρέφω — ίστρεψα, άφηκα, ιστραμμένος, μτβ. 1. γυρίζω ανάποδα: Το κλάσμα αντιστράφηκε (ο αριθμητής έγινε παρονομαστής και ο παρονομαστής αριθμητής). 2. μετατρέπω κάτι από μια μορφή ή κατάσταση σε άλλη: Οι περισσότερες κρίσεις μπορούν να αντιστραφούν χωρίς… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντεστραμμένα — ἀντιστρέφω turn to the opposite side perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀντεστραμμένᾱ , ἀντιστρέφω turn to the opposite side perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀντεστραμμένᾱ , ἀντιστρέφω turn to the opposite side perf part mp fem nom/voc sg (doric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιστρέφῃ — ἀντιστρέφω turn to the opposite side pres subj mp 2nd sg ἀντιστρέφω turn to the opposite side pres ind mp 2nd sg ἀντιστρέφω turn to the opposite side pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιστρέψει — ἀντιστρέφω turn to the opposite side aor subj act 3rd sg (epic) ἀντιστρέφω turn to the opposite side fut ind mid 2nd sg ἀντιστρέφω turn to the opposite side fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιστρέψουσι — ἀντιστρέφω turn to the opposite side aor subj act 3rd pl (epic) ἀντιστρέφω turn to the opposite side fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀντιστρέφω turn to the opposite side fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιστρέψουσιν — ἀντιστρέφω turn to the opposite side aor subj act 3rd pl (epic) ἀντιστρέφω turn to the opposite side fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀντιστρέφω turn to the opposite side fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιστρέψω — ἀντιστρέφω turn to the opposite side aor subj act 1st sg ἀντιστρέφω turn to the opposite side fut ind act 1st sg ἀντιστρέφω turn to the opposite side aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)